Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ως συνήθως σκέφτομαι, πράγμα που λειτουργεί ως απωθητικό της χαύνωσης. Άλλωστε, αρκετά κοιμόμουν τόσον καιρό. Το μυαλό βαράει υπερωρίες για χάρη μιας φυγόπονης αυτοκριτικής. Έγραψες δυο λέξεις και τι έγινε; Μήπως θα κερδίσεις τον χρόνο που χάθηκε; Σιχαίνομαι το χρόνο που πέρασε σα σκιά πάνω από μια κοιμισμένη συνείδηση, έχω ελάχιστες ζωντανές, αξιομνημόνευτες αναμνήσεις από το χειμώνα που πέρασε. Ήταν το πρώτο μου έτος στο πανεπιστήμιο και το χαράμισα σε άγχη και μια στείρα καθημερινότητα.
Ευθύνες, μεγάλωσες πια, πρέπει, έτσι πρέπει.
Τι ωραία που έχουν σχεδιαστεί όλα να σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα στημένο σκηνικό που κάτι σου θυμίζει από ζωή. Πρώτα, με υπόγειες μεν μεθοδικότατες δε διαδικασίες σε πείθουν ότι ο σωστός δρόμος είναι ένα και μοναδικός, ο δικός τους, ο αργός θάνατος. Ύστερα, μπαίνουν στο στόχαστρο τα όνειρά σου, γιατί τι άλλο είναι παρά σπατάλη χρόνου. Κι ο χρόνος είναι επικηρυγμένος φυγάς, τον κυνηγάς και είσαι πάντα ένα βήμα πίσω. Πάτα πάλι τη σκανδάλη. Είναι κι αυτή μια συνήθεια, σύντομα δε θα νιώθεις το παραμικρό. Είναι κι ο θάνατος μαι συνήθεια. Σβήσε τα φώτα, κλείσε τα μάτια, κοιμήσου, κλείσε το ξυπνητήρι, τα όνειρα δεν είναι παρά χημικά φαινόμενα, συμμορφώσου, ώσπου να βλέπεις εφιάλτες με τα μάτια ορθάνοιχτα. Όλα ξαφνικά φαντάζουν απειλητικά, αφιλόξενος ο κόσμος που σου άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά του, ακανθώδης η μνήμη και την έβαλες για ύπνο σε παλάτι μαγεμένο για χρόνια εκατό.
Η σκέψη που παγώνει τα φύλλα της ψυχής σου είναι για την ύπαρξη που μπήκε στον αποχυμωτή - ηλεκτρικός βεβαίως-βεβαίως - και τώρα της ζητούν να ανασκουμπωθεί και αποφασιστικά να ξεζουμίσει κι άλλες, μικρές, ζουμερές ψυχούλες χωρίς ντροπή...Εως ότου να γεράσεις και κοιτώντας στον καθρέφτη μια μέρα να πεις "εμένα που με βλέπεις κάποτε ήμουνα παιδί", ξαφνιάζεσαι, κάτι σου θυμίζει η λέξη παιδί...μια μυρωδιά από γιασεμί και ο νυχτερινός ουρανός να λάμπει σαν τεράστιος πολυέλαιος. γέλια και τραγούδια, χάρτινες βαρκούλες...Μα θα ΄ναι μόνο μια στιγμή, λησμόνησες πόσο φοβάσαι το σκοτάδι.
Να 'σαι λοιπόν είσαι ξανά εσύ ο μικρός, παραδωμένος στον γλυκό, αργό σου θάνατο...
Καληνύχτα. Κοιμήσου.
Ευθύνες, μεγάλωσες πια, πρέπει, έτσι πρέπει.
Τι ωραία που έχουν σχεδιαστεί όλα να σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα στημένο σκηνικό που κάτι σου θυμίζει από ζωή. Πρώτα, με υπόγειες μεν μεθοδικότατες δε διαδικασίες σε πείθουν ότι ο σωστός δρόμος είναι ένα και μοναδικός, ο δικός τους, ο αργός θάνατος. Ύστερα, μπαίνουν στο στόχαστρο τα όνειρά σου, γιατί τι άλλο είναι παρά σπατάλη χρόνου. Κι ο χρόνος είναι επικηρυγμένος φυγάς, τον κυνηγάς και είσαι πάντα ένα βήμα πίσω. Πάτα πάλι τη σκανδάλη. Είναι κι αυτή μια συνήθεια, σύντομα δε θα νιώθεις το παραμικρό. Είναι κι ο θάνατος μαι συνήθεια. Σβήσε τα φώτα, κλείσε τα μάτια, κοιμήσου, κλείσε το ξυπνητήρι, τα όνειρα δεν είναι παρά χημικά φαινόμενα, συμμορφώσου, ώσπου να βλέπεις εφιάλτες με τα μάτια ορθάνοιχτα. Όλα ξαφνικά φαντάζουν απειλητικά, αφιλόξενος ο κόσμος που σου άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά του, ακανθώδης η μνήμη και την έβαλες για ύπνο σε παλάτι μαγεμένο για χρόνια εκατό.
Η σκέψη που παγώνει τα φύλλα της ψυχής σου είναι για την ύπαρξη που μπήκε στον αποχυμωτή - ηλεκτρικός βεβαίως-βεβαίως - και τώρα της ζητούν να ανασκουμπωθεί και αποφασιστικά να ξεζουμίσει κι άλλες, μικρές, ζουμερές ψυχούλες χωρίς ντροπή...Εως ότου να γεράσεις και κοιτώντας στον καθρέφτη μια μέρα να πεις "εμένα που με βλέπεις κάποτε ήμουνα παιδί", ξαφνιάζεσαι, κάτι σου θυμίζει η λέξη παιδί...μια μυρωδιά από γιασεμί και ο νυχτερινός ουρανός να λάμπει σαν τεράστιος πολυέλαιος. γέλια και τραγούδια, χάρτινες βαρκούλες...Μα θα ΄ναι μόνο μια στιγμή, λησμόνησες πόσο φοβάσαι το σκοτάδι.
Να 'σαι λοιπόν είσαι ξανά εσύ ο μικρός, παραδωμένος στον γλυκό, αργό σου θάνατο...
Καληνύχτα. Κοιμήσου.
