14.12.08
12.10.08
Το όνειρο της ημέρας
Μια μηχανή (κατά προτίμηση να μην είναι Chopper, μηχανή είπαμε όχι πολυθρόνα!), μια τζιν σαλοπέτα κι ένα μακό μπλουζάκι σε σκηνικό ηλιοβασιλέματος με τον αέρα να μπερδεύει τα μαλλιά μου, καθώς τρέχω σε δρόμους δίχως προορισμό...
7.7.08
Αργός θάνατος
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ως συνήθως σκέφτομαι, πράγμα που λειτουργεί ως απωθητικό της χαύνωσης. Άλλωστε, αρκετά κοιμόμουν τόσον καιρό. Το μυαλό βαράει υπερωρίες για χάρη μιας φυγόπονης αυτοκριτικής. Έγραψες δυο λέξεις και τι έγινε; Μήπως θα κερδίσεις τον χρόνο που χάθηκε; Σιχαίνομαι το χρόνο που πέρασε σα σκιά πάνω από μια κοιμισμένη συνείδηση, έχω ελάχιστες ζωντανές, αξιομνημόνευτες αναμνήσεις από το χειμώνα που πέρασε. Ήταν το πρώτο μου έτος στο πανεπιστήμιο και το χαράμισα σε άγχη και μια στείρα καθημερινότητα.
Ευθύνες, μεγάλωσες πια, πρέπει, έτσι πρέπει.
Τι ωραία που έχουν σχεδιαστεί όλα να σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα στημένο σκηνικό που κάτι σου θυμίζει από ζωή. Πρώτα, με υπόγειες μεν μεθοδικότατες δε διαδικασίες σε πείθουν ότι ο σωστός δρόμος είναι ένα και μοναδικός, ο δικός τους, ο αργός θάνατος. Ύστερα, μπαίνουν στο στόχαστρο τα όνειρά σου, γιατί τι άλλο είναι παρά σπατάλη χρόνου. Κι ο χρόνος είναι επικηρυγμένος φυγάς, τον κυνηγάς και είσαι πάντα ένα βήμα πίσω. Πάτα πάλι τη σκανδάλη. Είναι κι αυτή μια συνήθεια, σύντομα δε θα νιώθεις το παραμικρό. Είναι κι ο θάνατος μαι συνήθεια. Σβήσε τα φώτα, κλείσε τα μάτια, κοιμήσου, κλείσε το ξυπνητήρι, τα όνειρα δεν είναι παρά χημικά φαινόμενα, συμμορφώσου, ώσπου να βλέπεις εφιάλτες με τα μάτια ορθάνοιχτα. Όλα ξαφνικά φαντάζουν απειλητικά, αφιλόξενος ο κόσμος που σου άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά του, ακανθώδης η μνήμη και την έβαλες για ύπνο σε παλάτι μαγεμένο για χρόνια εκατό.
Η σκέψη που παγώνει τα φύλλα της ψυχής σου είναι για την ύπαρξη που μπήκε στον αποχυμωτή - ηλεκτρικός βεβαίως-βεβαίως - και τώρα της ζητούν να ανασκουμπωθεί και αποφασιστικά να ξεζουμίσει κι άλλες, μικρές, ζουμερές ψυχούλες χωρίς ντροπή...Εως ότου να γεράσεις και κοιτώντας στον καθρέφτη μια μέρα να πεις "εμένα που με βλέπεις κάποτε ήμουνα παιδί", ξαφνιάζεσαι, κάτι σου θυμίζει η λέξη παιδί...μια μυρωδιά από γιασεμί και ο νυχτερινός ουρανός να λάμπει σαν τεράστιος πολυέλαιος. γέλια και τραγούδια, χάρτινες βαρκούλες...Μα θα ΄ναι μόνο μια στιγμή, λησμόνησες πόσο φοβάσαι το σκοτάδι.
Να 'σαι λοιπόν είσαι ξανά εσύ ο μικρός, παραδωμένος στον γλυκό, αργό σου θάνατο...
Καληνύχτα. Κοιμήσου.
Ευθύνες, μεγάλωσες πια, πρέπει, έτσι πρέπει.
Τι ωραία που έχουν σχεδιαστεί όλα να σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα στημένο σκηνικό που κάτι σου θυμίζει από ζωή. Πρώτα, με υπόγειες μεν μεθοδικότατες δε διαδικασίες σε πείθουν ότι ο σωστός δρόμος είναι ένα και μοναδικός, ο δικός τους, ο αργός θάνατος. Ύστερα, μπαίνουν στο στόχαστρο τα όνειρά σου, γιατί τι άλλο είναι παρά σπατάλη χρόνου. Κι ο χρόνος είναι επικηρυγμένος φυγάς, τον κυνηγάς και είσαι πάντα ένα βήμα πίσω. Πάτα πάλι τη σκανδάλη. Είναι κι αυτή μια συνήθεια, σύντομα δε θα νιώθεις το παραμικρό. Είναι κι ο θάνατος μαι συνήθεια. Σβήσε τα φώτα, κλείσε τα μάτια, κοιμήσου, κλείσε το ξυπνητήρι, τα όνειρα δεν είναι παρά χημικά φαινόμενα, συμμορφώσου, ώσπου να βλέπεις εφιάλτες με τα μάτια ορθάνοιχτα. Όλα ξαφνικά φαντάζουν απειλητικά, αφιλόξενος ο κόσμος που σου άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά του, ακανθώδης η μνήμη και την έβαλες για ύπνο σε παλάτι μαγεμένο για χρόνια εκατό.
Η σκέψη που παγώνει τα φύλλα της ψυχής σου είναι για την ύπαρξη που μπήκε στον αποχυμωτή - ηλεκτρικός βεβαίως-βεβαίως - και τώρα της ζητούν να ανασκουμπωθεί και αποφασιστικά να ξεζουμίσει κι άλλες, μικρές, ζουμερές ψυχούλες χωρίς ντροπή...Εως ότου να γεράσεις και κοιτώντας στον καθρέφτη μια μέρα να πεις "εμένα που με βλέπεις κάποτε ήμουνα παιδί", ξαφνιάζεσαι, κάτι σου θυμίζει η λέξη παιδί...μια μυρωδιά από γιασεμί και ο νυχτερινός ουρανός να λάμπει σαν τεράστιος πολυέλαιος. γέλια και τραγούδια, χάρτινες βαρκούλες...Μα θα ΄ναι μόνο μια στιγμή, λησμόνησες πόσο φοβάσαι το σκοτάδι.
Να 'σαι λοιπόν είσαι ξανά εσύ ο μικρός, παραδωμένος στον γλυκό, αργό σου θάνατο...
Καληνύχτα. Κοιμήσου.
12.6.08
Ταξιδιώτες στην άβυσσο
Ας φανταστούμε έναν άντρα και μια γυναίκα γυμνούς σαν να τους ξέβρασε ο παράδεισος να στέκονται με τις πλάτες τους αντικριστά σε απόσταση ενός μέτρου μεταξύ τους εν μέσω κόκκινων λάμψεων και αχλής. Από το βάθος των αισθήσεων φτάνει στ' αυτιά προμήνυμα καταιγίδας και την όραση σαρώνει ένα τρικυμισμένο τοπίο. Μόλις έχουν επιστρέψει από το υπαρξιακό ταξίδι σε μια άγνωστη άβυσσο που μοιάζει με πηγάδι, πολλαπλή και δίχως πάτο...Τώρα στρέφονται ο ένας στον άλλο και κάνουν τον απολογισμό τους.

Β. (Ο Άντρας)
Αξίζει τον κόπο να αγαπάμε αυτό που μπορούμε να αποκτήσουμε; Αγαπώ σημαίνει θέλω κάτι που δεν έχω. Αγαπώ δε σημαίνει έχω. Αυτό που έχουμε, το έχουμε, δεν το αγαπάμε.
Α. (Η Γυναίκα)
Κι αν παρόλα αυτά αγαπιόμασταν!
Β. (Ο Άντρας)
Όχι, τώρα πια δε γίνεται. Σε μια στιγμή ανακαλύψαμε αυτό που οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν ανακαλύπτουν ποτέ σ' ολόκληρη τη ζωή τους και που οι πιο δυστυχισμένοι αργούν πολύ να βρουν. Ανακαλύψαμε ότι είμαστε δύο, και συνεπώς δεν μπορούμε να αγαπιόμαστε. Ανακαλύψαμε ότι δεν μπορούμε ν' αγαπάμε, αλλά μόνο να φανταζόμαστε ότι αγαπάμε.
Α. (Η Γυναίκα)
Μα εγώ σ΄αγαπώ τόσο πολύ! Το λες αυτό επειδή δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ' αγαπώ.
Β. (Ο Άντρας)
Όχι, το λέω επειδή ξέρω πόσο δεν μπορείς να μ' αγαπήσεις... Άκουσέ με. Το σφάλμα μας ήταν που σκεφτόμασταν τον έρωτα. Έπρεπε να σκεφτόμαστε μονάχα ο ένας τον άλλο. Κι έτσι αποκαλυφθήκαμε, ξεγυμνωθήκαμε από την ψευδαίσθηση, για να δούμε καλά πώς ήμασταν, και είδαμε ότι δεν ήμασταν παρά μια ψευδαίσθηση. Κατά βάθος δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από Δύο. Κατά βάθος, είμαστε ένα αιώνιο έπος - ο Άντρας και η Γυναίκα... [...]
Α. (Η Γυναίκα)
Ω, αγάπη μου, ας μη σκεφτόμαστε άλλο, ας μη σκεφτόμαστε άλλο. Ας αγαπάμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Καταραμένη να 'ναι η σκέψη! Αν δε σκεφτόμαστε, θα ήμασταν πάντα ευτυχισμένοι... Αυτός που αγαπάει δε χρειάζεται να ξέρει ότι αγαπάει, να ξέρει τι είναι έρωτας, να σκέφτεται τον έρωτα!
Β. (Ο Άντρας)
Δεν μπορούμε να πάψουμε να θέλουμε να καταλάβουμε. [...] Όσο πιο πολύ σκέφτομαι το καθετί, τόσο αυτό γεμίζει συγκρούσεις, αντιθέσεις, διαιρέσεις! Σκότωσες την ευτυχία μου για πάντα! Τώρα, ακόμα κι αν ήθελα να ονειρευτώ, δε θα το κατόρθωνα. Ο κόσμος είναι παράλογος σαν δωμάτιο χωρίς πόρτα... Πόσο χαρούμενοι θα ήμασταν, αν δε σκεφτόμασταν, τι φριχτό που σκεφθήκαμε!
Α. (Η Γυναίκα)
Τώρα μπορούμε να ονειρευτούμε... Έλα. Και μη σκέφτεσαι πια, μην κοιτάς πια προς τον έρωτα.
Β. (Ο Άντρας)
Όχι... Τώρα είναι αδύνατο. Μπορούμε να μη σκεφτόμαστε πια, αλλά δε μπορούμε να ξεχάσουμε ότι κάποτε σκεφθήκαμε... Ας φανούμε δυνατοί κι ας χωρίσουμε για πάντα. Μακάρι να καταφέρουμε να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο και να ξεχάσουμε πως ονειρευτήκαμε τον έρωτα και αυτός αποδείχτηκε ένα ασήμαντο άγαλμα... Κοίτα, ο ουρανός σκεπάζεται...Σηκώνεται αέρας. Θα βρέξει...
Α. (Η Γυναίκα)
Δεν τολμώ πια να πω πως σ' αγαπώ, αλλά θα σ' αγαπώ για πάντα. Εσύ σίγουρα δε μ' αγάπησες...Εσύ...
Κι αν παρόλα αυτά αγαπιόμασταν!
Β. (Ο Άντρας)
Όχι, τώρα πια δε γίνεται. Σε μια στιγμή ανακαλύψαμε αυτό που οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν ανακαλύπτουν ποτέ σ' ολόκληρη τη ζωή τους και που οι πιο δυστυχισμένοι αργούν πολύ να βρουν. Ανακαλύψαμε ότι είμαστε δύο, και συνεπώς δεν μπορούμε να αγαπιόμαστε. Ανακαλύψαμε ότι δεν μπορούμε ν' αγαπάμε, αλλά μόνο να φανταζόμαστε ότι αγαπάμε.
Α. (Η Γυναίκα)
Μα εγώ σ΄αγαπώ τόσο πολύ! Το λες αυτό επειδή δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ' αγαπώ.
Β. (Ο Άντρας)
Όχι, το λέω επειδή ξέρω πόσο δεν μπορείς να μ' αγαπήσεις... Άκουσέ με. Το σφάλμα μας ήταν που σκεφτόμασταν τον έρωτα. Έπρεπε να σκεφτόμαστε μονάχα ο ένας τον άλλο. Κι έτσι αποκαλυφθήκαμε, ξεγυμνωθήκαμε από την ψευδαίσθηση, για να δούμε καλά πώς ήμασταν, και είδαμε ότι δεν ήμασταν παρά μια ψευδαίσθηση. Κατά βάθος δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από Δύο. Κατά βάθος, είμαστε ένα αιώνιο έπος - ο Άντρας και η Γυναίκα... [...]
Α. (Η Γυναίκα)
Ω, αγάπη μου, ας μη σκεφτόμαστε άλλο, ας μη σκεφτόμαστε άλλο. Ας αγαπάμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Καταραμένη να 'ναι η σκέψη! Αν δε σκεφτόμαστε, θα ήμασταν πάντα ευτυχισμένοι... Αυτός που αγαπάει δε χρειάζεται να ξέρει ότι αγαπάει, να ξέρει τι είναι έρωτας, να σκέφτεται τον έρωτα!
Β. (Ο Άντρας)
Δεν μπορούμε να πάψουμε να θέλουμε να καταλάβουμε. [...] Όσο πιο πολύ σκέφτομαι το καθετί, τόσο αυτό γεμίζει συγκρούσεις, αντιθέσεις, διαιρέσεις! Σκότωσες την ευτυχία μου για πάντα! Τώρα, ακόμα κι αν ήθελα να ονειρευτώ, δε θα το κατόρθωνα. Ο κόσμος είναι παράλογος σαν δωμάτιο χωρίς πόρτα... Πόσο χαρούμενοι θα ήμασταν, αν δε σκεφτόμασταν, τι φριχτό που σκεφθήκαμε!
Α. (Η Γυναίκα)
Τώρα μπορούμε να ονειρευτούμε... Έλα. Και μη σκέφτεσαι πια, μην κοιτάς πια προς τον έρωτα.
Β. (Ο Άντρας)
Όχι... Τώρα είναι αδύνατο. Μπορούμε να μη σκεφτόμαστε πια, αλλά δε μπορούμε να ξεχάσουμε ότι κάποτε σκεφθήκαμε... Ας φανούμε δυνατοί κι ας χωρίσουμε για πάντα. Μακάρι να καταφέρουμε να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο και να ξεχάσουμε πως ονειρευτήκαμε τον έρωτα και αυτός αποδείχτηκε ένα ασήμαντο άγαλμα... Κοίτα, ο ουρανός σκεπάζεται...Σηκώνεται αέρας. Θα βρέξει...
Α. (Η Γυναίκα)
Δεν τολμώ πια να πω πως σ' αγαπώ, αλλά θα σ' αγαπώ για πάντα. Εσύ σίγουρα δε μ' αγάπησες...Εσύ...
[...]
Β. (Ο Άντρας)
Τίποτα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι... Δυστυχήσαμε, αυτό είναι όλο. Φτάσαμε στη στροφή αυτού του δρόμου, κι από 'κει είδαμε την αγάπη και δεν μπορέσαμε να συνεχίσουμε ν' αγαπάμε.
Α. (Η Γυναίκα)
Δε μ' αγάπησες ποτέ. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα μπορούσες να πεις κάτι τέτοιο. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα σκεφτόσουν τον έρωτα, θα σκεφτόσουν εμένα. Ναι, τώρα τελείωσαν όλα, αλλά τελείωσαν γιατί ανάμεσά μας δεν υπήρχε τίποτ' άλλο εκτός από την αγάπη μου. Ίσως να μ' αγάπησες επειδή σκεφτόσουν ότι σ' αγαπούσα ή ότι θα έπρεπε να σ' αγαπώ.Δεν ξέρω για ποιο λόγο μ' αγάπησες, αλλά δε μ' αγάπησες από έρωτα...Γιατί με κοιτάζεις έτσι, τόσο διαφορετικά, τόσο απόμακρα;
Β. (Ο Άντρας)
Γιατί τώρα συνειδητοποιώ πόσο λίγο ξέρουμε τι είμαστε, τι σκεφτόμαστε, τι μας οδηγεί. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μπερδεμένα και παράλογα είναι όλα αυτά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο. Ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τη μία ψυχή από την άλλη. Να τι ανακαλύψαμε - εγώ το βλέπω, αλλά εσύ δε θέλεις να το δεις. Όμως, ανακαλύπτοντας ότι δεν ξέρω τι να κάνω, κατάλαβα επίσης ότι ανάμεσα σε μας και σε μένα τον ίδιο ανοίγεται ένα άλλο χάσμα... Περπατάμε σαν υπνοβάτες σ' έναν τόπο γεμάτο χάσματα. [...]
Α. (Η Γυναίκα)
Αντίο, να είσαι ευτυχισμένος και να με ξεχάσεις. Βιάσου τώρα, βρέχει πιο δυνατά. Στη στροφή του δρόμου υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο όπου μπορείς να προφυλαχτείς. [...] Φύγε γρήγορα, φύγε γρήγορα. Βρέχει πιο δυνατά.
Τίποτα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι... Δυστυχήσαμε, αυτό είναι όλο. Φτάσαμε στη στροφή αυτού του δρόμου, κι από 'κει είδαμε την αγάπη και δεν μπορέσαμε να συνεχίσουμε ν' αγαπάμε.
Α. (Η Γυναίκα)
Δε μ' αγάπησες ποτέ. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα μπορούσες να πεις κάτι τέτοιο. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα σκεφτόσουν τον έρωτα, θα σκεφτόσουν εμένα. Ναι, τώρα τελείωσαν όλα, αλλά τελείωσαν γιατί ανάμεσά μας δεν υπήρχε τίποτ' άλλο εκτός από την αγάπη μου. Ίσως να μ' αγάπησες επειδή σκεφτόσουν ότι σ' αγαπούσα ή ότι θα έπρεπε να σ' αγαπώ.Δεν ξέρω για ποιο λόγο μ' αγάπησες, αλλά δε μ' αγάπησες από έρωτα...Γιατί με κοιτάζεις έτσι, τόσο διαφορετικά, τόσο απόμακρα;
Β. (Ο Άντρας)
Γιατί τώρα συνειδητοποιώ πόσο λίγο ξέρουμε τι είμαστε, τι σκεφτόμαστε, τι μας οδηγεί. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μπερδεμένα και παράλογα είναι όλα αυτά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο. Ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τη μία ψυχή από την άλλη. Να τι ανακαλύψαμε - εγώ το βλέπω, αλλά εσύ δε θέλεις να το δεις. Όμως, ανακαλύπτοντας ότι δεν ξέρω τι να κάνω, κατάλαβα επίσης ότι ανάμεσα σε μας και σε μένα τον ίδιο ανοίγεται ένα άλλο χάσμα... Περπατάμε σαν υπνοβάτες σ' έναν τόπο γεμάτο χάσματα. [...]
Α. (Η Γυναίκα)
Αντίο, να είσαι ευτυχισμένος και να με ξεχάσεις. Βιάσου τώρα, βρέχει πιο δυνατά. Στη στροφή του δρόμου υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο όπου μπορείς να προφυλαχτείς. [...] Φύγε γρήγορα, φύγε γρήγορα. Βρέχει πιο δυνατά.
(Μένει ακίνητη, κουνώντας του κάπου - κάπου το χέρι και πνίγοντας τα δάκρυά της)
Β. (Ο Άντρας)
Χωρισμένοι θ' αγαπιόμαστε πάντα. Γεφύρι ανάμεσά μας θα 'χουμε το θόλο του ουρανού, κι έτσι η αγάπη μας θα 'ναι παντοτινή. Το να σ' έχω ήταν ήδη ένας τρόπος να σε χάσω. Η ζωή μαζί σου θα ήταν ο τρόπος να σε ξεχάσω σιγά - σιγά.
Χωρισμένοι θ' αγαπιόμαστε πάντα. Γεφύρι ανάμεσά μας θα 'χουμε το θόλο του ουρανού, κι έτσι η αγάπη μας θα 'ναι παντοτινή. Το να σ' έχω ήταν ήδη ένας τρόπος να σε χάσω. Η ζωή μαζί σου θα ήταν ο τρόπος να σε ξεχάσω σιγά - σιγά.

"Τι να συμπεράνουμε απ' όλα αυτά; Τίποτα. Είπαμε πολλές αλήθειες, μα όλες αντιφάσκουν μεταξύ τους"
Απόσπασμα από: Fernando Pessoa ~ Ταξίδι στην Άβυσσο
Μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος
7.6.08
Σήμερα μπορώ!
Έρχεται κάποια στιγμή μια μέρα στην ανύποπτη ζωή μας, που πραγματικά πρέπει να προσπαθήσουμε σκληρά, όχι μόνο για να προχωρήσουμε παραπέρα, αλλά για να διατηρήσουμε μετά βίας όσα ήδη υπάρχουν. Αλλιώς, μένουμε στατικοί ανακυκλώνοντας τους ίδιους φόβους και ανασφάλειες. Για μένα, αυτή η μέρα είναι σήμερα. Έχω κι ένα όνειρο να κυνηγήσω, για πόσο πια θα με περιμένει; Όχι, ότι ενδιαφέρει κανέναν, απλά ήθελα να το δηλώσω ανοιχτά στον εαυτό μου. Αυτά!

2.6.08
Vive cafe Santan!
Δεν είναι πολύς καιρός που το ξεχώρισα ανάμεσα στα υπόλοιπα καφέ και bar του Βόλου, χωρίς να έχω ιδέα για την 25χρονη ιστορία του. Στο Καφέ Σαντάν πρώτη φορά ένιωσα ακριβώς εκείνη την ατμόσφαιρα, που θα έπρεπε να έχει ένα μπαρ για να σε κάνει να θέλεις να πηγαίνεις ξανά και ξανά, να το κάνεις μόνιμο στέκι σου! Όταν πληροφορήθηκα ότι σκοπεύουν να το κατεδαφίσουν, προκειμένου να χτιστεί μια ακόμη πολυκατοικία, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι ότι είναι ΚΡΙΜΑ. Κρίμα να χαθεί ένα τόσο ξεχωριστό μέρος από τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Ήδη μου λείπουν τέτοια μέρη, νομίζω ότι σε όλους θα λείψει, παλιούς και νεότερους. Γιατί, μπορεί να μην έχει αμιγώς ιστορική αξία, ωστόσο κουβαλάει τις αναμνήσεις τόσων ανθρώπων, εκτός του ότι αποτελεί φορέα πολιτισμού και διασκέδασης. Θα με πείτε ρομαντική, αλλά η μόνη λέξη που μπορώ να σκεφτώ είναι "κρίμα"...Δεν ξέρω, αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι στην πραγματικότητα, όμως παρακαλώ όποιον πιστεύει ότι θέλει να κάνει το ελάχιστο ενάντια στην κατεδάφισή του, ας υπογράψει στην online συγκέντρωση υπογραφών εδώ:
Παραθέτω και τα αντίστοιχα άρθρα της τοπικής εφημερίδας "Θεσσαλία", για όποιον θέλει να μάθει κάτι περισσότερο για το Καφέ Σαντάν:
http://www.e-thessalia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=156467:2008-05-30-19-32-57&catid=35:politismos&Itemid=55
http://www.e-thessalia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=156423:l------r&catid=34:topikanea&Itemid=54
Long live cafe Santan!
25.4.08
Πάντα όταν βρέχει να τ' ακούς
Μεγάλη Παρασκευή και βρέχει.
Μου αρέσει πολύ αυτό το παράπονο που στάζει θαρρείς μέσα στις ψυχές των πραγμάτων, γίνεται ανάσα κι ελευθερώνεται σε μια οικουμενική εκπνοή. Σου δίνει όντως την αίσθηση της ανά-σ-τασης αυτή η εξαγνιστική βροχή που ρέει στον έξω και τον μέσα κόσμο. Απομεινάρι ανάμνησης για κάποιον Χριστό που πριν αιώνες πέθανε για να αφήσει πίσω του μια κληρονομιά ελπίδας. Το βρήκα και το κράτησα γλυκά στα χέρια μου. Το υγρό χώμα, οι λασπωμένοι δρόμοι, οι πρώτες φυλλωσιές της άνοιξης έτσι όπως απηχούν στον παραμορφωτικό καθρέφτη του νου μου, αναδίδουν μια μυρωδιά θανάτου και λιβανιού. Κάποιο μυρωδάτο Πάσχα στα στενάκια της Αλοννήσου...
Μου αρέσει πολύ αυτό το παράπονο που στάζει θαρρείς μέσα στις ψυχές των πραγμάτων, γίνεται ανάσα κι ελευθερώνεται σε μια οικουμενική εκπνοή. Σου δίνει όντως την αίσθηση της ανά-σ-τασης αυτή η εξαγνιστική βροχή που ρέει στον έξω και τον μέσα κόσμο. Απομεινάρι ανάμνησης για κάποιον Χριστό που πριν αιώνες πέθανε για να αφήσει πίσω του μια κληρονομιά ελπίδας. Το βρήκα και το κράτησα γλυκά στα χέρια μου. Το υγρό χώμα, οι λασπωμένοι δρόμοι, οι πρώτες φυλλωσιές της άνοιξης έτσι όπως απηχούν στον παραμορφωτικό καθρέφτη του νου μου, αναδίδουν μια μυρωδιά θανάτου και λιβανιού. Κάποιο μυρωδάτο Πάσχα στα στενάκια της Αλοννήσου...
Δε θέλω πια να σκοντάφτω στην αποκρουστικά ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας, ποθώ όσο τίποτε άλλο να την υπερβώ μαζί με τον εαυτό μου που τόσο της μοιάζει. Έτσι όπως φυσά ο παγωμένος αέρας, είμαι σίγουρη πως κάποιος Θεός Αγάπης υπάρχει και κάνει τα πρώτα του αβέβαια βήματα μέσα μου, μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, τον γεμάτο απατηλές εικόνες κι υπερκφυγές ουσίας. Ανά πάσα στιγμή το πνεύμα πρέπει να είναι σε ετοιμότητα σαν τους ακρίτες να οσμίζεται από μακρυά παγίδες κι εχθρούς για να αποφεύγει ακόμη μια ήττα που οδηγεί βαθύτερα στο βάραθρο του εγωισμού. Δεν ξέρω στ' αλήθεια, αν έχω τη δύναμη να το κάνω αυτό, δυστυχώς συχνά παραδίνομαι εύκολα στις πιο κρίσιμες μάχες μου. Το θετικό είναι ότι υπάρχει το περιθώριο ανάκαμψης, μια πληθώρα ευκαιριών να δώσεις στον εαυτό σου, παρόλο που μερικές φορές αυτή η γνώση οδηγεί σε ηθική αναβλητικότητα. Ε, και τι έγινε που σήμερα γύρισα την πλάτη μου σε αυτό που γνώριζε η καρδιά μου για σωστό; Αύριο μέρα είναι πάλι, ίσως την επόμενη φορά...
Το εγώ και το εσύ, όμως, δεν είναι μόνο εσύ κι εγώ αποκλειστικά, καθώς δε γνωρίζουν από σωματικά δεσμά οι συνειδήσεις, γιατί αν σκεφτείς πως το εσύ και το εγώ μας δεν υφίστανται μοναδικά ως αυτό που αναγνωρίζουμε ως εαυτό, αλλά διαχέονται στον κόσμο γύρω μας, ακόμη και σε εκείνα που δεν άγγιξαν ποτέ η καρδιά, ο νους κι οι αισθήσεις, τότε σαν κάπως να αλλάζει η προοπτική. Αισθάνεσαι ότι οι πράξεις σου ή η αποχή σου από την πράξη, όταν είναι ενσυνείδητη και σκόπιμη, μπορεί να επηρεάσει τα όσα κινούνται και ζουν έξω από εσένα. Δεν είναι έτσι; Και τέλος πάντων, δε θέλω να αγαπώ μονάχα ότι είναι οικείο μου και το καταλαβαίνω ή έστω, θεωρώ ότι το καταλαβαίνω ως ένα βαθμό. Ομολογώ πως ούτε όσα λογαριάζω για δικά μου, κοντινά πρόσωπα και καταστάσεις, δεν καταλαβαίνω συνήθως, παρά μένω κι εμμένω σε όσα η δική μου ιδιοσυγκρασία μπορεί να αποκωδικοποιήσει, να αντιληφθεί με τον τρόπο της. Είναι αποκαρδιωτικό το πόσο λίγο νιώθουμε ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας σχέσεις, ειδικά το πόσο φοβόμαστε να κοιτάξουμε λιγάκι έξω από τα κατεβασμένα στορ του μυαλού μας, αναμασώντας κατ' επέκταση τις ίδιες ημιπαρανοϊκές ιδέες για τους γύρω μας. Όλα μοιάζουν απειλητικά και απορριπτέα αυτοστιγμεί, όταν φορώ τις παρωπίδες του εγωισμού. Με τρομάζει το πόσο εύκολα βάζουμε ταμπέλες στους άλλους, αλλά ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό νομίζοντας ότι με διαύγεια και ακεραιότητα βγάζουμε τις ετυμηγορίες μας, ενώ στην ουσία είμαστε άβουλα δημιουργήματα του ψέματος που πρωί-μεσημέρι-βράδυ μας ταΐζουν. Φουλ δίαιτα λέμε! Μα πιο πολύ με ανησυχεί αυτό που φανερώνουν όλα αυτά, το ότι ελάχιστα γνωρίζουμε και μπορούμε να "χειριστούμε" τον εαυτό μας καλλιεργώντας τον κατά βούληση. Φυσικά, πρώτη είμαι εγώ σε αυτό το χαμένο παιχνίδι, αφού για μένα αρχικά "χτυπάει η καμπάνα" της συνείδησης.Είμαι, όμως, εντελώς επιρρεπής στο ταξίδι των ειρμών. Ξεκίνησα χωρίς στόχο να γράφω για τη βροχή, έχοντας στο μυαλό μου ένα τραγούδι κι όσα οι στάλες που πέφτουν ασταμάτητα ξεμπροστιάζουν στο θέατρο της μνήμης, για να καταλήξω στο "γνώθι σαυτόν". Ούτε εγώ δε με πιστεύω ώρες-ώρες, έτσι όπως ξεχνιέμαι!
Αλήθεια, δε θυμάμαι, αν στο έχω πει, μα όταν βρέχει πάντα εσύ γυροφέρνεις στο μυαλό μου, το πόσο αγαπάς το συννεφιασμένο καιρό και τη βροχή. Αυτή η μουχλιασμένη, θολή πραγματικότητα πίσω από τα υδάτινα πέπλα με κάνει να νιώθω παράξενα ασφαλής και ήρεμη, όπως μέσα στην αγκαλιά σου. Δε θυμάμαι, αν στο έχω πει ποτέ, αλλά εσύ είσαι η βροχή μου.
Τώρα το γύρισε σε ψιλόβροχο κι αλλάζει η κασέτα, αυτόματα περνώ σε καινούργια ονειροπόληση.
Για κάτι φίλους που οι ψιχάλες γίνονται δάκρυα στα μάγουλά τους, βρεγμένα ρούχα κι ανάσες λαχανιασμένες απ' το τρέξιμο -έβρεχε πολύ εκείνη τη μέρα- ώσπου να φτάσουμε σπίτι, παιχνίδια σε νερολακούβες, εκούσιο βάπτισμα σε μπόρες εξιλέωσης, γέλια, εξομολογήσεις, σταγόνες που διαπερνούν την πλεκτή ζακέτα, όχι όμως και τη ζεστασιά του κορμιού σου.Κατά κάποιον τρόπο τα ρυάκια των βρόχινων νερών μου θυμίζουν το πόσο γρήγορα κύλισαν μακρυά μου οι στιγμές που μου χάρισαν κι αυτό με θλίβει κάπως, γιατί δεν μπορώ να τις κρατήσω κοντά μου για πάντα' σαν το νερό κι εκείνες αλλάζουν σχήματα, γίνονται άπιαστες, ρευστές και φυσικά, δε γυρίζουν ποτέ πίσω. Μου διαφεύγει, ωστόσο, σε κάτι τέτοιες ώρες μελαγχολίας ότι η υδάτινη ουσία των ανθρώπων που δρόσισαν, πότισαν κι έκαναν γόνιμη τη ζωή μου δεν εξαλείφεται όσες μορφές κι αν πάρει στο ταξίδι της. Καιρός είναι μάλλον να αφεθώ κι εγώ στο δικό μου ποτάμι να με παρασύρει στα ανοιχτά της ζωής, δίχως να φοβάμαι τις φουσκονεριές και τα δυνατά ρεύματα.
Αφιερωμένο, λοιπόν, αυτό το τραγούδι σε κάποιες ψυχές που μαλακώνουν με τους ήχους, όπως το χώμα απ' τη βροχή.
Πάντα όταν βρέχει να το ακούν...γυρίζει θύμισες...
21.4.08
Σκυλίσια ζωή...

Πρωί πρωί στη σχολή των Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ ο μάγκας από εδώ μας κρατούσε το φανάρι όσο κοιτούσαμε τις ανακοινώσεις στη γραμματεία με την Ε. Όταν πλησίασα για να τραβήξω τη φώτο με το κινητό μου, μισάνοιξε τα μάτια, μου έριξε εκείνο το χαμένο βλέμμα του αγουροξυπνημένου και βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα του.
Μου φαίνεται ότι ξέρει τι κάνει τελικά...
6.4.08
TV is the victim
Μόλις έκλεισα την τηλεόραση. Δε μου αρέσει να ξοδεύω το χρόνο μου ακούγοντας ανακυκλωμένα λόγια, μου φαίνεται κάπως σαδιστικό για να λέμε την αλήθεια. Και δεν είναι τόσο οι ειδήσεις και τα γεγονότα που καθόλου εντύπωση δε μου κάνουν πια, είναι ο τρόπος που φτάνουν ως εμένα, πανομοιότυπος και σταθερός με το ύφος του τραγικού, του ανησυχητικού, του ευχάριστου, του αθλητικού, του πολιτικού, του σατυρικού, του μαϊντανού. Αυτές είναι όλες όλες οι διακυμάνσεις, ίδιες κι απαράλλαχτες με χτες και προχτές σαν να συνεχίζεις την παρακολούθηση των προγραμμάτων ακριβώς από το σημείο που τα άφησες. Μου προκαλεί μια ενδόμυχη ενόχληση όλο αυτό και μια φωνή μέσα μου με προτρέπει να αλλάζω τα κανάλια μέχρι να βρω ένα φιλόξενο τοπίο για το μυαλό μου, αλλά εις μάτην. Ωστόσο, μου αρέσει η τηλεόραση με τη μαζικότητά της που μπορεί ο καθένας να φτάσει ως αυτήν μονάχα με τα μάτια και τα αυτιά του. Νιώθω τρυφερότητα για αυτό το κουτί απέναντί μου, γιατί έχω αγγίξει και τη θετική πλευρά του, την τόσο λησμονημένη δυστυχώς. Όχι, φυσικά δεν έχει τη αίγλη του κινηματογράφου, όμως σου φαίνεται πιο προσιτή ακόμη κι από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, αφού δεν χρειάζεται παρά να πατάς 2-3 κουμπάκια. Μάλλον εδώ βρίσκεται και το τρωτό σημείο της, σε αυτήν την απλότητα που κάνει τα πάντα να φαντάζουν δελεαστικά εύκολα. Δεν περιμένω πλέον να μάθω κάτι ή να ευαισθητοποιηθώ από αυτό το μέσο, γιατί όσα συμβαίνουν ή συνέβησαν χτυπάνε την ψυχή μου μέσα από άλλα μονοπάτια, όμως αφήνω ανοιχτές μικρές ευκαιρίες. Απολαμβάνω ακόμη να ξεκοκαλίζω τα προγράμματα για να βρω κάτι το ενδιαφέρον, που αν βρεθεί γεμίζει μερικές μου ώρες ευχάριστα, αν πάλι δεν βρεθεί με περιμένει μια διαφορετική ικανοποίηση, εφόσον αυτό που μου αρέσει πιο πολύ όταν βλέπω τηλεόραση, δεν είναι ούτε ότι ενημερώνομαι, ούτε ότι παρακολουθούμε μαζί αγκαλιά (δεν είναι η TV η αφορμή μας), ούτε ότι με διασκεδάζει, αλλά εκείνη η στιγμή ηδονικής ευχαρίστησης όταν πατάω το κόκκινο κουμπί και την κλείνω.
25.3.08
Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα

Στο μυαλό μου τελευταία γυροφέρνει ένα τραγούδι που όταν το πρωτάκουσα μου φάνηκε λιγάκι παιδαριώδης ο στίχος του, αλλά όσο περισσότερο το πρόσεχα μιλούσε μέσα μου η φράση του ρεφραίν. "Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα...", να μια αλήθεια που διατρέχει κάθε μου στιγμή. Για μένα το μοναδικό πράγμα που παραμένει πάντα ακλόνητο, παρά τις καταστροφές και τις καταχρήσεις στο όνομα του Κύκλωπα Πολιτισμού, είναι η ομορφιά της φύσης, μια βόλτα στη θάλασσα με βροχή ή λιακάδα, τα καλοκαίρια σε κάποιο νησί, καθαρός ουρανός με άσπρα σύννεφα, συννεφιά κι ένα κομμάτι γαλάζιος ουρανός,μια απέραντη παλέτα μπλε και πράσινων αποχρώσεων.
Στα 10 μου, αν θα μπορούσα να άλλαζα κάτι στον κόσμο, θα έκανα τους ανθρώπους να αγαπάνε τα βιβλία και να πιστεύουν ξανά στα παραμύθια. Στα 16, θα άλλαζα τον κόσμο με επαναστάσεις και κινήματα μαζικά που θα σάρωναν το κακό σε όλη την υφήλιο με ιδανικά κι όνειρα πιο στιβαρά από το συμφέρον. Στα 17 είχα πιστεί πως τίποτα δε θα αλλάξει, αν δεν αλλάξω πρώτα εγώ. Στα 18 ήθελα να φύτευα δέντρα στις πόλεις και χαμόγελα στα μάτια των ανθρώπων. Μα, αν τώρα ήταν η σειρά μου κάτι να άλλαζα σ' αυτόν τον κόσμο, σίγουρα θα ποθούσα να τον σώσω από την ξέφρενη πορεία του προς την καταστροφή, όμως δε θα είχα την αυταπάτη ότι η δυστυχία και ο πόνος θα αποχωρίζονταν ποτέ την μοίρα των ανθρώπων, γι' αυτό θα ξαναέβαφα τη θάλασσα γαλάζια, γαλάζιες τις ελπίδες και τις ευτυχισμένες στιγμές, αυτές που βρίσκονται παντού ανεξάρτητα από εμένα κι εσένα, όταν θέλεις να τις δεις. Έτσι, ακόμη κι αν η ζωή μας πλέει στην αβεβαιότητα, την αδιαφορία και τη θλίψη, δε νομίζω ότι θα έρθει εκείνη η ώρα που κανείς δε θα σταματά να ρεμβάσει ένα θαλασσινό μπλε τοπίο (έστω κι αν είναι διάστικτο από πετρελαιοκυλίδες και κάθε είδους σκουπίδια;), χωρίς να νιώθει τουλάχιστον δέος να πλημμυρίζει κάθε του κύτταρο.
Η ζωή δίχως σύνορα, το ταξίδι, αδιάκριτοι ορίζοντες, νέες στεριές, αέρας θαλασσινός, φουσκωμένα πανιά, ανοιχτά μυαλά, ορθάνοιχτες καρδιές, δεν πιστεύω πως όλα αυτά έχουν εκλείψει ή ότι θα χαθούν στο μέλλον παρόλο που είναι πια μεμονωμένες περιπτώσεις. Προφανώς είναι δύσκολοι οι καιροί - πάντα ήταν - κάθε πέρσι και καλύτερα, δε λέει ο λαός; Ωστόσο, προτιμώ να μην αφήνω το μυαλό μου να απατάται από τα φαινόμενα ενός κόσμου στα όρια της αποσύνθεσης, αλλά να το γεμίζω με εικόνες και χρώματα φωτεινά μυρωμένα με την αλμύρα των περασμένων καλοκαιριών, για να χτίζω πάνω σε αυτά το μέλλον που περνά από τα δικά μου χέρια. Γιατί κι αν όλα ευτελιστούν, νομίζω πως αρκεί μια ματιά σε ένα υδάτινο τοπίο για να ξυπνάει μέσα μας η ελπίδα, το αρχαίο τραγούδι του Ζέφυρου. Μακάρι μέσα σ' αυτόν τον πανικό να βρίσκουμε τη γαλήνη...
Στα 10 μου, αν θα μπορούσα να άλλαζα κάτι στον κόσμο, θα έκανα τους ανθρώπους να αγαπάνε τα βιβλία και να πιστεύουν ξανά στα παραμύθια. Στα 16, θα άλλαζα τον κόσμο με επαναστάσεις και κινήματα μαζικά που θα σάρωναν το κακό σε όλη την υφήλιο με ιδανικά κι όνειρα πιο στιβαρά από το συμφέρον. Στα 17 είχα πιστεί πως τίποτα δε θα αλλάξει, αν δεν αλλάξω πρώτα εγώ. Στα 18 ήθελα να φύτευα δέντρα στις πόλεις και χαμόγελα στα μάτια των ανθρώπων. Μα, αν τώρα ήταν η σειρά μου κάτι να άλλαζα σ' αυτόν τον κόσμο, σίγουρα θα ποθούσα να τον σώσω από την ξέφρενη πορεία του προς την καταστροφή, όμως δε θα είχα την αυταπάτη ότι η δυστυχία και ο πόνος θα αποχωρίζονταν ποτέ την μοίρα των ανθρώπων, γι' αυτό θα ξαναέβαφα τη θάλασσα γαλάζια, γαλάζιες τις ελπίδες και τις ευτυχισμένες στιγμές, αυτές που βρίσκονται παντού ανεξάρτητα από εμένα κι εσένα, όταν θέλεις να τις δεις. Έτσι, ακόμη κι αν η ζωή μας πλέει στην αβεβαιότητα, την αδιαφορία και τη θλίψη, δε νομίζω ότι θα έρθει εκείνη η ώρα που κανείς δε θα σταματά να ρεμβάσει ένα θαλασσινό μπλε τοπίο (έστω κι αν είναι διάστικτο από πετρελαιοκυλίδες και κάθε είδους σκουπίδια;), χωρίς να νιώθει τουλάχιστον δέος να πλημμυρίζει κάθε του κύτταρο.
Η ζωή δίχως σύνορα, το ταξίδι, αδιάκριτοι ορίζοντες, νέες στεριές, αέρας θαλασσινός, φουσκωμένα πανιά, ανοιχτά μυαλά, ορθάνοιχτες καρδιές, δεν πιστεύω πως όλα αυτά έχουν εκλείψει ή ότι θα χαθούν στο μέλλον παρόλο που είναι πια μεμονωμένες περιπτώσεις. Προφανώς είναι δύσκολοι οι καιροί - πάντα ήταν - κάθε πέρσι και καλύτερα, δε λέει ο λαός; Ωστόσο, προτιμώ να μην αφήνω το μυαλό μου να απατάται από τα φαινόμενα ενός κόσμου στα όρια της αποσύνθεσης, αλλά να το γεμίζω με εικόνες και χρώματα φωτεινά μυρωμένα με την αλμύρα των περασμένων καλοκαιριών, για να χτίζω πάνω σε αυτά το μέλλον που περνά από τα δικά μου χέρια. Γιατί κι αν όλα ευτελιστούν, νομίζω πως αρκεί μια ματιά σε ένα υδάτινο τοπίο για να ξυπνάει μέσα μας η ελπίδα, το αρχαίο τραγούδι του Ζέφυρου. Μακάρι μέσα σ' αυτόν τον πανικό να βρίσκουμε τη γαλήνη...
29.2.08
Sitting on the dock of the bay
Υπάρχουν μερικά πράγματα που δε θα τα ξεχάσει ποτέ. Σήμερα το απόγευμα κάνοντας μια βόλτα στην παραλία στάθηκε μόνη της στην άκρη του λιμενοβραχίονα και οι αναμνήσεις ράπιζαν την ψυχή της σαν το αεράκι που έπιασε να φυσάει από τη θάλασσα. Το λάτρευε από παιδάκι τούτο το φύσημα, την αναζωογονούσε ριζικά. Άραγε, γιατί όλες οι ανταριασμένες μέρες της πρέπει να καταλήγουν στη θάλασσα; Κάθησε άκρη-άκρη λίγους πόντους πάνω απ' το νερό χαζεύοντας την κίνηση στο λιμάνι. Κάποτε έβλεπε και το πρόσωπό της ανάμεσα στους περαστικούς, να βολτάρει ανέμελη μαζί με πρόσωπα αγαπημένα στην παραλία κάποιας άλλης πόλης ριζωμένης στα μύχια της καρδιάς της. Σαν χθες ήταν, σκέφτηκε. Αλήθεια, ψιθύρισε, ακόμη κι η μνήμη δε με βοηθά να αναστήσω το παρελθόν μου...αλλά δεν λένε να ξεθωριάσουν η λάμψη μες στα μάτια, η αγωνία, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση, τα άγουρα αισθήματά μας που ψαχούλευαν στα τυφλά το δρόμο τους...Βούρκωσε. Μάλλον θα έφταιγε ο αέρας, είχε γίνει ασυνήθιστα δυνατός.Ίσως να 'ταν τα θραύσματα των αναμνήσεων μες στα μάτια της. Έκανε μια με το χέρι να τα σκουπίσει, μα χώθηκαν πιο βαθιά.
Βαθύ μπλε και κόκκινο είχε ο ουρανός τη νύχτα που γνώρισε εκείνον τον άνθρωπο που άλλαξε τη ρότα της πριν χρόνια κι εκείνη πάλι έκλαιγε. Πολλές νύχτες είχε ξεμείνει στέρφα από δάκρυα, όλα για εκείνον τα είχε χύσει, γιατί γνώριζε καλά πως δε θα μπορούσε να κατακτήσει ποτέ το πάντα του. Του το είχε πει, άλλωστε, ξεκάθαρα ότι δεν πίστευε στις λέξεις πάντα ή ποτέ, της έμοιαζαν τότε τόσο ουτοπικές σαν να μη φτιάχτηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους. Τι άθλιο ψέμα! Τώρα ήταν σε θέση να κατανοήσει την αξία των ονείρων για τις ψυχές που ποθούν να μένουν ζωντανές κι εκείνος είχε αγκαλιάσει μια για πάντα την ψυχή της. Τα φαινόμενα απατούν, δεν της επαναλάμβαναν από μικρή; Πώς να παραβλέψει την αγάπη της που φούσκωνε και κατέκλυζε το στερέωμα;

Άρχισε να ψιχαλίζει. Μια άλλη αγαπημένη μορφή ήρθε και κατακάθισε πάνω στους φακούς των γυαλιών της μαζί με τις στάλες. Πάντα το νερό της θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι που πέρασαν μαζί, τα γέλια τους, τις ώρες που την έβλεπε να σπαράζει βουβά και τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για εκείνη, τις σιωπές και τα ταξίδια τους στον κόσμο των ονείρων. Μα το ποτέ την πήρε κι εκείνη μακριά σαν από έλξη μαγνητική. Σκέφτηκε μια ψυχούλα 200 χιλιόμετρα βοριότερα που ίσως να πάλευε με τις δικές της μοναξιές. Αχ, πόσο θα 'θελε να ήταν μαζί της, να την ακούει να μιλά, να γελάει, να παθιάζεται σαν μικρό παιδί. Μακάρι να μπορούσε να της πει πόσο τη χαιρόταν!
Γιατί, όμως, να μιλά σαν να τέλειωσαν όλα; Οι αποστάσεις δεν την τρομάζουν πια, όσο ήταν να την παιδέψουν την παίδεψαν και πια δε λυγίζει τόσο εύκολα. Στρέφει το βλέμμα ψηλά πάνω από το καμπαναριό της εκκλησίας που σήμαινε 6 κιόλας κι αντικρύζει τρία ζεστά χαμόγελα. Ναι, ποτέ δε χώρισαν στην πραγματικότητα, θα τους κουβαλάει πάντα μέσα της κι εκείνους θα βλέπει σε κάθε νέο πρόσωπο που γνωρίζει, σε κάθε μορφή απ' το παρελθόν. Αρκεί που υπάρχουν και παλεύουν ανοίγοντας το δικό τους μονοπάτι κάτω από τον ίδιο ουρανό. Το ποτέ φρόντισε σωστά για όλους. Μένει να μετρήσουμε τις αντοχές μας, σκέφτηκε και σηκώθηκε νωχελικά παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού. Βρέχει.
Βαθύ μπλε και κόκκινο είχε ο ουρανός τη νύχτα που γνώρισε εκείνον τον άνθρωπο που άλλαξε τη ρότα της πριν χρόνια κι εκείνη πάλι έκλαιγε. Πολλές νύχτες είχε ξεμείνει στέρφα από δάκρυα, όλα για εκείνον τα είχε χύσει, γιατί γνώριζε καλά πως δε θα μπορούσε να κατακτήσει ποτέ το πάντα του. Του το είχε πει, άλλωστε, ξεκάθαρα ότι δεν πίστευε στις λέξεις πάντα ή ποτέ, της έμοιαζαν τότε τόσο ουτοπικές σαν να μη φτιάχτηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους. Τι άθλιο ψέμα! Τώρα ήταν σε θέση να κατανοήσει την αξία των ονείρων για τις ψυχές που ποθούν να μένουν ζωντανές κι εκείνος είχε αγκαλιάσει μια για πάντα την ψυχή της. Τα φαινόμενα απατούν, δεν της επαναλάμβαναν από μικρή; Πώς να παραβλέψει την αγάπη της που φούσκωνε και κατέκλυζε το στερέωμα;

Άρχισε να ψιχαλίζει. Μια άλλη αγαπημένη μορφή ήρθε και κατακάθισε πάνω στους φακούς των γυαλιών της μαζί με τις στάλες. Πάντα το νερό της θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι που πέρασαν μαζί, τα γέλια τους, τις ώρες που την έβλεπε να σπαράζει βουβά και τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για εκείνη, τις σιωπές και τα ταξίδια τους στον κόσμο των ονείρων. Μα το ποτέ την πήρε κι εκείνη μακριά σαν από έλξη μαγνητική. Σκέφτηκε μια ψυχούλα 200 χιλιόμετρα βοριότερα που ίσως να πάλευε με τις δικές της μοναξιές. Αχ, πόσο θα 'θελε να ήταν μαζί της, να την ακούει να μιλά, να γελάει, να παθιάζεται σαν μικρό παιδί. Μακάρι να μπορούσε να της πει πόσο τη χαιρόταν!
Γιατί, όμως, να μιλά σαν να τέλειωσαν όλα; Οι αποστάσεις δεν την τρομάζουν πια, όσο ήταν να την παιδέψουν την παίδεψαν και πια δε λυγίζει τόσο εύκολα. Στρέφει το βλέμμα ψηλά πάνω από το καμπαναριό της εκκλησίας που σήμαινε 6 κιόλας κι αντικρύζει τρία ζεστά χαμόγελα. Ναι, ποτέ δε χώρισαν στην πραγματικότητα, θα τους κουβαλάει πάντα μέσα της κι εκείνους θα βλέπει σε κάθε νέο πρόσωπο που γνωρίζει, σε κάθε μορφή απ' το παρελθόν. Αρκεί που υπάρχουν και παλεύουν ανοίγοντας το δικό τους μονοπάτι κάτω από τον ίδιο ουρανό. Το ποτέ φρόντισε σωστά για όλους. Μένει να μετρήσουμε τις αντοχές μας, σκέφτηκε και σηκώθηκε νωχελικά παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού. Βρέχει.
25.2.08
Νέα αρχή παραμυθιού...καλησπέρα σας
Απόψε υλοποιώ μια σκέψη μου που με τριβέλιζε εδώ και καιρό, μα δεν έπαιρνα την απόφαση να την πραγματοποιήσω. Δε φιλοδοξώ να φτιάξω ένα από εκείνα τα ιστολόγια που θα τα διάβαζε ο καθένας με ενδιαφέρον, αυτό δε μπορώ να το εγγυηθώ ούτως ή άλλως. Θέλω μόνο να ικανοποιήσω την ανάγκη μου να γράψω τις ιστορίες που τριγυρνάνε στο μυαλό μου, μήπως και σταματήσουν να με στοιχειώνουν. Θέλω να γράψω όσα μου αρέσουν, για όλα εκείνα που το ποτέ δεν άγγιξε κι εγώ ίσως να μην τα καταλάβω ποτέ...Μου αρέσουν οι λέξεις, οι αντιφάσεις και τα αντίθετα, το φως, η θάλασσα, ο αέρας και τα πεσμένα φύλλα στα πάρκα, αλλά πιστεύω ότι οι πιο πολύτιμοι θησαυροί κρύβονται στη σκιά και τον καπνό. Γι' αυτά κι άλλα πολλά μιλάω στον εαυτό μου, για χρόνια του τα έλεγα γραπτώς, ωστόσο αυτή συνήθεια περιορίστηκε σε νοερά παραληρήματα. Μου 'λειψε όμως, γι' αυτό είμαι εδώ...Ελπίζω να τα καταφέρω...Hey, wish me luck.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
