5.2.09

Μια μέρα της Μάγκι

Επιτέλους έφτασε στο σπίτι μετά από άλλη μια μέρα στο σχολείο. Η μαμά και ο μπαμπάς λείπουν, ο καθένας στη δουλειά του και η μικρή της αδερφή χαζεύει μπροστά στην τηλεόραση, όπως κάθε μεσημέρι.

"Γύρισα", φωνάζει χωρίς να περιμένει απάντηση. Η πόρτα του δωματίου με τη χαρτονένια, πολύχρωμη επιγραφή "Μάγκι" κλείνει με δύναμη πίσω της, φαίνεται η γιαγιά πάλι θα ξέχασε τα παράθυρα ανοιχτά όταν αέριζε το σπίτι. Ευτυχώς που κάποιος φροντίζει να αλλάζει κάτι εδώ μέσα. Πετάει την τσάντα σε μια γωνιά, βγάζει τα παπούτσια και πηγαίνει στην κουζίνα για φαγητό παρέα με το βιβλίο που έμεινε μισοδιαβασμένο από εχθές το βράδυ. Είχε μείνει στο σημείο, όπου ο πρωταγωνιστής ετοιμαζόταν να αποκαλύψει τον διπρόσωπο χαρακτήρα του, αλλά κάπου ανάμεσα σε ψέματα κι αλήθειες αποκοιμήθηκε.

Η κουζίνα είναι πάντα γεμάτη φως. Τα πιάτα είναι στιβαγμένα στο νεροχύτη, ώσπου κάποιος να πάρει την απόφαση να τα μετακομίσει στο πλυντήριο, αλλά η Μάγκι θέλει μόνο να φάει και να διαβάσει το βιβλίο της. Εντάξει, θα μαζέψει και τα πιάτα μετά, μην έρθει ο μπαμπάς και βρει την κουζίνα άνω κάτω. Μπορεί πάλι να νευριάσει, ίσως τα βάλλει με τη μαμά, με εκείνη, με την αδερφή της και φωνάξει στο τέλος ότι θα πάει να μείνει σε ξενοδοχείο, παρά σε ένα τέτοιο αχούρι. Του μπαμπά σίγουρα του έχει λείψει πολύ η καθαριότητα και η τάξη.

Κάθεται στο τραπέζι, ενώ τσιμπολογάει λίγο ψωμί και ξεφυλλίζει το βιβλίο. Επιτέλους, μπορεί να είναι μόνη της απολαμβάνοντας το φαγητό και τις σκέψεις της. Σήμερα στο σχολείο πήρε έναν έπαινο και είπε ένα πετυχημένο αστείο στην Κιμ, γελάσανε μαζί για πολύ ώρα και ένιωσε ευχαριστημένη που έκανε κάποιον να διασκεδάσει. Δεν ήταν και τόσο άσχημη μέρα τελικά, σκεφτόταν αφηρημένη, εύχομαι μόνο να ήμουν στ' αλήθεια τόσο χαρούμενη όσο δείχνω. Η καθημερινότητα είναι βαρετή, όχι κακή απαραίτητα, κι εγώ ζω για τις μικρές τις εκπλήξεις. Γνωρίζοντας ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά, μπορώ να είμαι αρκετά ικανοποιημένη, γιατί στο νου μου πάντα ξαγρυπνούν οι χειρότερες δυνατές εκδοχές της πραγματικότητας. Έτσι, το χθες, το τώρα και το αύριο μοιάζουν κάπως πιο συμπαθητικά. Αν ήμουν αισιόδοξη, θα πίστευα ότι αύριο θα είναι μια καλύτερη μέρα, ότι ο τοίχος που κρύβει το φως από το παράθυρό μου θα γκρεμιστεί και ότι στο σπίτι μας θα ακουστούν ξανά γέλια και τραγούδια. Δεν είμαι, όμως, αισιόδοξος άνθρωπος, θέλω μόνο να ζήσω άλλη μια μέρα, γι' αυτό θα βλέπεις πάντα το ευτυχισμένο πρόσωπό μου σαν τίποτα να μην φοβάμαι ή να προσδοκώ από το αύριο.

"Μια μέρα ακόμη στη ζωή μου είναι αρκετή, γιατί πρέπει να δω το πρόσωπό σου, να χαιρετήσω τη ροδιά στην πίσω αυλή του σπιτιού μου και να συλλέξω πρόσωπα ανθρώπινα, χαμογελαστά, κλαμένα, αγέρωχα, πονεμένα και παρηγορητικά, να αφήσω τα σημάδια μου σε κάποιου την καρδιά. Αυτή είναι η ζωή για μένα. Δε γνωρίζω άλλο τρόπο να σηκώνομαι το πρωί από το κρεβάτι, να περπατώ ή να πέφτω, να ξανασηκώνομαι και να συνεχίζω. Μόνον αυτόν, τον δικό μου δρόμο. Συγχώρεσέ με, που είμαι δειλός." Διάβασε την τελευταία παράγραφο του βιβλίου μουρμουριστά. Δεν την ενδιέφερε τελικά η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία, η σκέψη είναι από μόνη της ένα είδος ελπίδας και η ιδέα του αύριο ένα κίνητρο σοβαρό για τη ζωή.

Έκλεισε το βιβλίο, χωρίς καν να αποτελειώσει αυτήν την τελευταία σκέψη και άφησε το πιάτο στο νεροχύτη. Το σπίτι βούλιαζε στη ραστώνη των μεσημεριανών ήχων. Η Μάγκι πήγε ως το δωμάτιό της με την ελπίδα να ξεκλέψει λίγες ώρες λήθης, αλλά κάτι την πολιορκούσε διαρκώς. Κοιτούσε το ταβάνι ευχόμενη ότι, αν ήταν αρκετά προσηλωμένη, ίσως μπορούσε ανάμεσα στους σοβάδες να δει το μέλλον. Ούτε λόγος να κλείσει τα μάτια, ούτε λόγος να παραδωθεί.

Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και πήγε να καθήσει στο σαλόνι με την αδερφή της. Θα χαρεί η μαμά, όταν γυρίσει στο σπίτι να μας βρει μαζί να την περιμένουμε, σκέφτηκε. Σήμερα έχω καλό προαίσθημα. Είμαι σίγουρη ότι θα χαμογελάσει.