29.2.08

Sitting on the dock of the bay

Υπάρχουν μερικά πράγματα που δε θα τα ξεχάσει ποτέ. Σήμερα το απόγευμα κάνοντας μια βόλτα στην παραλία στάθηκε μόνη της στην άκρη του λιμενοβραχίονα και οι αναμνήσεις ράπιζαν την ψυχή της σαν το αεράκι που έπιασε να φυσάει από τη θάλασσα. Το λάτρευε από παιδάκι τούτο το φύσημα, την αναζωογονούσε ριζικά. Άραγε, γιατί όλες οι ανταριασμένες μέρες της πρέπει να καταλήγουν στη θάλασσα; Κάθησε άκρη-άκρη λίγους πόντους πάνω απ' το νερό χαζεύοντας την κίνηση στο λιμάνι. Κάποτε έβλεπε και το πρόσωπό της ανάμεσα στους περαστικούς, να βολτάρει ανέμελη μαζί με πρόσωπα αγαπημένα στην παραλία κάποιας άλλης πόλης ριζωμένης στα μύχια της καρδιάς της. Σαν χθες ήταν, σκέφτηκε. Αλήθεια, ψιθύρισε, ακόμη κι η μνήμη δε με βοηθά να αναστήσω το παρελθόν μου...αλλά δεν λένε να ξεθωριάσουν η λάμψη μες στα μάτια, η αγωνία, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση, τα άγουρα αισθήματά μας που ψαχούλευαν στα τυφλά το δρόμο τους...Βούρκωσε. Μάλλον θα έφταιγε ο αέρας, είχε γίνει ασυνήθιστα δυνατός.Ίσως να 'ταν τα θραύσματα των αναμνήσεων μες στα μάτια της. Έκανε μια με το χέρι να τα σκουπίσει, μα χώθηκαν πιο βαθιά.
Βαθύ μπλε και κόκκινο είχε ο ουρανός τη νύχτα που γνώρισε εκείνον τον άνθρωπο που άλλαξε τη ρότα της πριν χρόνια κι εκείνη πάλι έκλαιγε. Πολλές νύχτες είχε ξεμείνει στέρφα από δάκρυα, όλα για εκείνον τα είχε χύσει, γιατί γνώριζε καλά πως δε θα μπορούσε να κατακτήσει ποτέ το πάντα του. Του το είχε πει, άλλωστε, ξεκάθαρα ότι δεν πίστευε στις λέξεις πάντα ή ποτέ, της έμοιαζαν τότε τόσο ουτοπικές σαν να μη φτιάχτηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους. Τι άθλιο ψέμα! Τώρα ήταν σε θέση να κατανοήσει την αξία των ονείρων για τις ψυχές που ποθούν να μένουν ζωντανές κι εκείνος είχε αγκαλιάσει μια για πάντα την ψυχή της. Τα φαινόμενα απατούν, δεν της επαναλάμβαναν από μικρή; Πώς να παραβλέψει την αγάπη της που φούσκωνε και κατέκλυζε το στερέωμα;



Άρχισε να ψιχαλίζει. Μια άλλη αγαπημένη μορφή ήρθε και κατακάθισε πάνω στους φακούς των γυαλιών της μαζί με τις στάλες. Πάντα το νερό της θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι που πέρασαν μαζί, τα γέλια τους, τις ώρες που την έβλεπε να σπαράζει βουβά και τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για εκείνη, τις σιωπές και τα ταξίδια τους στον κόσμο των ονείρων. Μα το ποτέ την πήρε κι εκείνη μακριά σαν από έλξη μαγνητική. Σκέφτηκε μια ψυχούλα 200 χιλιόμετρα βοριότερα που ίσως να πάλευε με τις δικές της μοναξιές. Αχ, πόσο θα 'θελε να ήταν μαζί της, να την ακούει να μιλά, να γελάει, να παθιάζεται σαν μικρό παιδί. Μακάρι να μπορούσε να της πει πόσο τη χαιρόταν!
Γιατί, όμως, να μιλά σαν να τέλειωσαν όλα; Οι αποστάσεις δεν την τρομάζουν πια, όσο ήταν να την παιδέψουν την παίδεψαν και πια δε λυγίζει τόσο εύκολα. Στρέφει το βλέμμα ψηλά πάνω από το καμπαναριό της εκκλησίας που σήμαινε 6 κιόλας κι αντικρύζει τρία ζεστά χαμόγελα. Ναι, ποτέ δε χώρισαν στην πραγματικότητα, θα τους κουβαλάει πάντα μέσα της κι εκείνους θα βλέπει σε κάθε νέο πρόσωπο που γνωρίζει, σε κάθε μορφή απ' το παρελθόν. Αρκεί που υπάρχουν και παλεύουν ανοίγοντας το δικό τους μονοπάτι κάτω από τον ίδιο ουρανό. Το ποτέ φρόντισε σωστά για όλους. Μένει να μετρήσουμε τις αντοχές μας, σκέφτηκε και σηκώθηκε νωχελικά παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού. Βρέχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: