12.6.08

Ταξιδιώτες στην άβυσσο


Ας φανταστούμε έναν άντρα και μια γυναίκα γυμνούς σαν να τους ξέβρασε ο παράδεισος να στέκονται με τις πλάτες τους αντικριστά σε απόσταση ενός μέτρου μεταξύ τους εν μέσω κόκκινων λάμψεων και αχλής. Από το βάθος των αισθήσεων φτάνει στ' αυτιά προμήνυμα καταιγίδας και την όραση σαρώνει ένα τρικυμισμένο τοπίο. Μόλις έχουν επιστρέψει από το υπαρξιακό ταξίδι σε μια άγνωστη άβυσσο που μοιάζει με πηγάδι, πολλαπλή και δίχως πάτο...Τώρα στρέφονται ο ένας στον άλλο και κάνουν τον απολογισμό τους.




Β. (Ο Άντρας)
Αξίζει τον κόπο να αγαπάμε αυτό που μπορούμε να αποκτήσουμε; Αγαπώ σημαίνει θέλω κάτι που δεν έχω. Αγαπώ δε σημαίνει έχω. Αυτό που έχουμε, το έχουμε, δεν το αγαπάμε.

Α. (Η Γυναίκα)
Κι αν παρόλα αυτά αγαπιόμασταν!


Β. (Ο Άντρας)
Όχι, τώρα πια δε γίνεται. Σε μια στιγμή ανακαλύψαμε αυτό που οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν ανακαλύπτουν ποτέ σ' ολόκληρη τη ζωή τους και που οι πιο δυστυχισμένοι αργούν πολύ να βρουν. Ανακαλύψαμε ότι είμαστε δύο, και συνεπώς δεν μπορούμε να αγαπιόμαστε. Ανακαλύψαμε ότι δεν μπορούμε ν' αγαπάμε, αλλά μόνο να φανταζόμαστε ότι αγαπάμε.


Α. (Η Γυναίκα)

Μα εγώ σ΄αγαπώ τόσο πολύ! Το λες αυτό επειδή δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ' α
γαπώ.

Β. (Ο Άντρας)

Όχι, το λέω επειδή ξέρω πόσο δεν μπορείς να μ' αγαπήσεις... Άκουσέ με. Το σφάλμα μας ήταν που σκεφτόμασταν τον έρωτα. Έπρεπε να σκεφτόμαστε μονάχα ο ένας τον άλλο. Κι έτσι αποκαλυφθήκαμε, ξεγυμνωθήκαμε από την ψευδαίσθηση, για να δούμε καλά πώς ήμασταν, και είδαμε ότι δεν ήμασταν παρά μια ψευδαίσθηση. Κατά βάθος δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από Δύο. Κατά βάθος, είμαστε ένα αιώνιο έπος - ο Άντρας και η Γυναίκα... [...]


Α. (Η Γυναίκα)

Ω, αγάπη μου, ας μη σκεφτόμαστε άλλο, ας μη σκεφτόμαστε άλλο. Ας αγαπάμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Καταραμένη να 'ναι η σκέψη! Αν δε σκεφτόμαστε, θα ήμασταν πάντα ευτυχισμένοι... Αυτός που αγαπάει δε χρειάζεται να ξέρει ότι αγαπάει, να ξέρει τι είναι έρωτας, να σκέφτεται τον έρωτα!


Β. (Ο Άντρας)

Δεν μπορούμε να πάψουμε να θέλουμε να καταλάβουμε. [...] Όσο πιο πολύ σκέφτομαι
το καθετί, τόσο αυτό γεμίζει συγκρούσεις, αντιθέσεις, διαιρέσεις! Σκότωσες την ευτυχία μου για πάντα! Τώρα, ακόμα κι αν ήθελα να ονειρευτώ, δε θα το κατόρθωνα. Ο κόσμος είναι παράλογος σαν δωμάτιο χωρίς πόρτα... Πόσο χαρούμενοι θα ήμασταν, αν δε σκεφτόμασταν, τι φριχτό που σκεφθήκαμε!

Α. (Η Γυναίκα)

Τώρα μπορούμε να ονειρευτούμε... Έλα. Και μη σκέφτεσαι πια, μην κοιτάς πια προς τον έρωτα.


Β. (Ο Άντρας)
Όχι... Τώρα είναι αδύνατο. Μπορούμε να μη σκεφτόμαστε πια, αλλά δε μπορούμε να ξεχάσουμε ότι κάποτε σκεφθήκαμε... Ας φανούμε δυνατοί κι ας χωρίσουμε για πάντα. Μακάρι να καταφέρουμε να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο και να ξεχάσουμε πως ονειρευτήκαμε τον έρωτα και αυτός αποδείχτηκε ένα ασήμαντο άγαλμα... Κοίτα, ο ουρανός σκεπάζεται...Σηκώνεται αέρας. Θα βρέξει...

Α. (Η Γυναίκα)

Δεν τολμώ πια να πω πως σ' αγαπώ, αλλά θα σ' αγαπώ για πάντα. Εσύ σίγουρα δε μ' αγάπησες...Εσύ...


[...]


Β. (Ο Άντρας)
Τίποτα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι... Δυστυχήσαμε, αυτό είναι όλο. Φτάσαμε στη στροφή αυτού του δρόμου, κι από 'κει είδαμε την αγάπη και δεν μπορέσαμε να συνεχίσουμε ν' αγαπάμε.

Α. (Η Γυναίκα)

Δε μ' αγάπησες ποτέ. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα μπορούσες να πεις κάτι τέτοιο. Αν μ' είχες αγαπήσει, δε θα σκεφτόσουν τον έρωτα, θα σκεφτόσουν εμένα. Ναι, τώρα τελείωσαν όλα, αλλά τελείωσαν γιατί ανάμεσά μας δεν υπήρχε τίποτ' άλλο εκτός από την αγάπη μου. Ίσως να μ' αγάπησες επειδή σκεφτόσουν ότι σ' αγαπούσα ή ότι θα έπρεπε να σ' αγαπώ.Δεν ξέρω για ποιο λόγο μ' αγάπησες, αλλά δε μ' αγάπησες από έρωτα...Γιατί με κοιτάζεις έτσι, τόσο διαφορετικά, τόσο απόμακρα;

Β. (Ο Άντρας)

Γιατί τώρα συνειδητοποιώ πόσο λίγο ξέρουμε τι είμαστε, τι σκεφτόμαστε, τι μας οδηγεί. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μπερδεμένα και παράλογα είναι όλα αυτά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο. Ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τη μία ψυχή από την άλλη. Να τι ανακαλύψαμε - εγώ το βλέπω, αλλά εσύ δε θέλεις να το δεις. Όμως, ανακαλύπτοντας ότι δεν ξέρω τι να κάνω, κατάλαβα επίσης ότι ανάμεσα σε μας και σε μένα τον ίδιο ανοίγεται ένα άλλο χάσμα... Περπατάμε σαν υπνοβάτες σ' έναν τόπο γεμάτο χάσματα. [...]


Α. (Η Γυναίκα)

Αντίο, να είσαι ευτυχισμένος και να με ξεχάσεις. Βιάσου τώρα, βρέχει πιο δυνατά. Στη στροφή του δρόμου υπάρχει ένα μεγά
λο δέντρο όπου μπορείς να προφυλαχτείς. [...] Φύγε γρήγορα, φύγε γρήγορα. Βρέχει πιο δυνατά.

(Μένει ακίνητη, κουνώντας του κάπου - κάπου το χέρι και πνίγοντας τα δάκρυά της)

Β. (Ο Άντρας)
Χωρισμένοι θ' αγαπιόμαστε πάντα. Γεφύρι ανάμεσά μας θα 'χουμε το θόλο του ουρανού, κι έτσι η αγάπη μας θα 'ναι παντοτινή. Το να σ' έχω ήταν ήδη ένας τρόπος να σε χάσω. Η ζωή μαζί σου θα ήταν ο τρόπος να σε ξεχάσω σιγά - σιγά.




"Τι να συμπεράνουμε απ' όλα αυτά; Τίποτα. Είπαμε πολλές αλήθειες, μα όλες αντιφάσκουν μεταξύ τους"



Απόσπασμα από: Fernando Pessoa ~ Ταξίδι στην Άβυσσο
Μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια: