25.4.08

Πάντα όταν βρέχει να τ' ακούς

Μεγάλη Παρασκευή και βρέχει.
Μου αρέσει πολύ αυτό το παράπονο που στάζει θαρρείς μέσα στις ψυχές των πραγμάτων, γίνεται ανάσα κι ελευθερώνεται σε μια οικουμενική εκπνοή. Σου δίνει όντως την αίσθηση της ανά-σ-τασης αυτή η εξαγνιστική βροχή που ρέει στον έξω και τον μέσα κόσμο. Απομεινάρι ανάμνησης για κάποιον Χριστό που πριν αιώνες πέθανε για να αφήσει πίσω του μια κληρονομιά ελπίδας. Το βρήκα και το κράτησα γλυκά στα χέρια μου. Το υγρό χώμα, οι λασπωμένοι δρόμοι, οι πρώτες φυλλωσιές της άνοιξης έτσι όπως απηχούν στον παραμορφωτικό καθρέφτη του νου μου, αναδίδουν μια μυρωδιά θανάτου και λιβανιού. Κάποιο μυρωδάτο Πάσχα στα στενάκια της Αλοννήσου...

Δε θέλω πια να σκοντάφτω στην αποκρουστικά ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας, ποθώ όσο τίποτε άλλο να την υπερβώ μαζί με τον εαυτό μου που τόσο της μοιάζει. Έτσι όπως φυσά ο παγωμένος αέρας, είμαι σίγουρη πως κάποιος Θεός Αγάπης υπάρχει και κάνει τα πρώτα του αβέβαια βήματα μέσα μου, μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, τον γεμάτο απατηλές εικόνες κι υπερκφυγές ουσίας. Ανά πάσα στιγμή το πνεύμα πρέπει να είναι σε ετοιμότητα σαν τους ακρίτες να οσμίζεται από μακρυά παγίδες κι εχθρούς για να αποφεύγει ακόμη μια ήττα που οδηγεί βαθύτερα στο βάραθρο του εγωισμού. Δεν ξέρω στ' αλήθεια, αν έχω τη δύναμη να το κάνω αυτό, δυστυχώς συχνά παραδίνομαι εύκολα στις πιο κρίσιμες μάχες μου. Το θετικό είναι ότι υπάρχει το περιθώριο ανάκαμψης, μια πληθώρα ευκαιριών να δώσεις στον εαυτό σου, παρόλο που μερικές φορές αυτή η γνώση οδηγεί σε ηθική αναβλητικότητα. Ε, και τι έγινε που σήμερα γύρισα την πλάτη μου σε αυτό που γνώριζε η καρδιά μου για σωστό; Αύριο μέρα είναι πάλι, ίσως την επόμενη φορά...
Το εγώ και το εσύ, όμως, δεν είναι μόνο εσύ κι εγώ αποκλειστικά, καθώς δε γνωρίζουν από σωματικά δεσμά οι συνειδήσεις, γιατί αν σκεφτείς πως το εσύ και το εγώ μας δεν υφίστανται μοναδικά ως αυτό που αναγνωρίζουμε ως εαυτό, αλλά διαχέονται στον κόσμο γύρω μας, ακόμη και σε εκείνα που δεν άγγιξαν ποτέ η καρδιά, ο νους κι οι αισθήσεις, τότε σαν κάπως να αλλάζει η προοπτική. Αισθάνεσαι ότι οι πράξεις σου ή η αποχή σου από την πράξη, όταν είναι ενσυνείδητη και σκόπιμη, μπορεί να επηρεάσει τα όσα κινούνται και ζουν έξω από εσένα. Δεν είναι έτσι; Και τέλος πάντων, δε θέλω να αγαπώ μονάχα ότι είναι οικείο μου και το καταλαβαίνω ή έστω, θεωρώ ότι το καταλαβαίνω ως ένα βαθμό. Ομολογώ πως ούτε όσα λογαριάζω για δικά μου, κοντινά πρόσωπα και καταστάσεις, δεν καταλαβαίνω συνήθως, παρά μένω κι εμμένω σε όσα η δική μου ιδιοσυγκρασία μπορεί να αποκωδικοποιήσει, να αντιληφθεί με τον τρόπο της. Είναι αποκαρδιωτικό το πόσο λίγο νιώθουμε ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας σχέσεις, ειδικά το πόσο φοβόμαστε να κοιτάξουμε λιγάκι έξω από τα κατεβασμένα στορ του μυαλού μας, αναμασώντας κατ' επέκταση τις ίδιες ημιπαρανοϊκές ιδέες για τους γύρω μας. Όλα μοιάζουν απειλητικά και απορριπτέα αυτοστιγμεί, όταν φορώ τις παρωπίδες του εγωισμού. Με τρομάζει το πόσο εύκολα βάζουμε ταμπέλες στους άλλους, αλλά ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό νομίζοντας ότι με διαύγεια και ακεραιότητα βγάζουμε τις ετυμηγορίες μας, ενώ στην ουσία είμαστε άβουλα δημιουργήματα του ψέματος που πρωί-μεσημέρι-βράδυ μας ταΐζουν. Φουλ δίαιτα λέμε! Μα πιο πολύ με ανησυχεί αυτό που φανερώνουν όλα αυτά, το ότι ελάχιστα γνωρίζουμε και μπορούμε να "χειριστούμε" τον εαυτό μας καλλιεργώντας τον κατά βούληση. Φυσικά, πρώτη είμαι εγώ σε αυτό το χαμένο παιχνίδι, αφού για μένα αρχικά "χτυπάει η καμπάνα" της συνείδησης.

Είμαι, όμως, εντελώς επιρρεπής στο ταξίδι των ειρμών. Ξεκίνησα χωρίς στόχο να γράφω για τη βροχή, έχοντας στο μυαλό μου ένα τραγούδι κι όσα οι στάλες που πέφτουν ασταμάτητα ξεμπροστιάζουν στο θέατρο της μνήμης, για να καταλήξω στο "γνώθι σαυτόν". Ούτε εγώ δε με πιστεύω ώρες-ώρες, έτσι όπως ξεχνιέμαι!

Αλήθεια, δε θυμάμαι, αν στο έχω πει, μα όταν βρέχει πάντα εσύ γυροφέρνεις στο μυαλό μου, το πόσο αγαπάς το συννεφιασμένο καιρό και τη βροχή. Αυτή η μουχλιασμένη, θολή πραγματικότητα πίσω από τα υδάτινα πέπλα με κάνει να νιώθω παράξενα ασφαλής και ήρεμη, όπως μέσα στην αγκαλιά σου. Δε θυμάμαι, αν στο έχω πει ποτέ, αλλά εσύ είσαι η βροχή μου.

Τώρα το γύρισε σε ψιλόβροχο κι αλλάζει η κασέτα, αυτόματα περνώ σε καινούργια ονειροπόληση.

Για κάτι φίλους που οι ψιχάλες γίνονται δάκρυα στα μάγουλά τους, βρεγμένα ρούχα κι ανάσες λαχανιασμένες απ' το τρέξιμο -έβρεχε πολύ εκείνη τη μέρα- ώσπου να φτάσουμε σπίτι, παιχνίδια σε νερολακούβες, εκούσιο βάπτισμα σε μπόρες εξιλέωσης, γέλια, εξομολογήσεις, σταγόνες που διαπερνούν την πλεκτή ζακέτα, όχι όμως και τη ζεστασιά του κορμιού σου.

Κατά κάποιον τρόπο τα ρυάκια των βρόχινων νερών μου θυμίζουν το πόσο γρήγορα κύλισαν μακρυά μου οι στιγμές που μου χάρισαν κι αυτό με θλίβει κάπως, γιατί δεν μπορώ να τις κρατήσω κοντά μου για πάντα' σαν το νερό κι εκείνες αλλάζουν σχήματα, γίνονται άπιαστες, ρευστές και φυσικά, δε γυρίζουν ποτέ πίσω. Μου διαφεύγει, ωστόσο, σε κάτι τέτοιες ώρες μελαγχολίας ότι η υδάτινη ουσία των ανθρώπων που δρόσισαν, πότισαν κι έκαναν γόνιμη τη ζωή μου δεν εξαλείφεται όσες μορφές κι αν πάρει στο ταξίδι της. Καιρός είναι μάλλον να αφεθώ κι εγώ στο δικό μου ποτάμι να με παρασύρει στα ανοιχτά της ζωής, δίχως να φοβάμαι τις φουσκονεριές και τα δυνατά ρεύματα.

Αφιερωμένο, λοιπόν, αυτό το τραγούδι σε κάποιες ψυχές που μαλακώνουν με τους ήχους, όπως το χώμα απ' τη βροχή.

Πάντα όταν βρέχει να το ακούν...γυρίζει θύμισες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: